Η κινεζική οικονομία αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή για την αγορά εμπορευμάτων, δεδομένης της επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας στη μεγαλύτερη εισαγωγέα του κόσμου.

Τα εμπορεύματα έχουν καταγράψει μία σχετικά καλύτερη πορεία σε σχέση με τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία. Απελευθερωμένη από τους περιορισμούς της πανδημίας, η κατανάλωση των καυσίμων έχει αυξηθεί. Οι εκτιμήσεις πως η κινεζική κυβέρνηση θα αναγκαστεί να αυξήσει την παροχή κινήτρων για να ενισχύσει την ανάπτυξη, όπως και η εποχιακή ανάκαμψη της ζήτησης, έχουν ανορθώσει ορισμένους κλάδους της αγοράς.

Το αναπτυξιακό παρασκήνιο, όμως, παραμένει ανησυχητικό. Οι επενδυτές στη χώρα συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν μία επιμηκυμένη κρίση στην αγορά ακινήτων, τον αποπληθωρισμό, τις μειωμένες εξαγωγές και την πτώση της ισοτιμίας του γουάν. Τα δομικά εμπόδια τα οποία καλείται να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση του Σι Τζινπίνγκ συμπεριλαμβάνουν την μετατροπή της οικονομίας από μία η οποία χρησιμοποιεί τις επενδύσεις ως κινητήριο μοχλό, σε μία η οποία χρησιμοποιεί την κατανάλωση. Αυτό, με τη σειρά του, θα αποδειχθεί θετικό για τους κλάδους των τροφίμων και των καυσίμων, αλλά όχι για τους τομείς των μεταλλευμάτων τα οποία χρησιμοποιούνται για την κατασκευή κτιρίων.

Η μόνη εξαίρεση στον κανόνα αυτό αποτελούν τα μεταλλεύματα τα οποία χρησιμοποιούνται για την ενεργειακή μετάβαση, όπως ο χαλκός, κάτι όμως το οποίο θα οδηγήσει μακροπρόθεσμα σε μείωση της ζήτησης υδρογονανθράκων.

Οι τιμές του αλουμινίου και του χαλκού έχουν καταγράψει μείωση από τα υψηλά Ιανουαρίου, δεδομένης της επιβράδυνσης της οικονομίας. Η μείωση της κερδοφορίας των μεταλλουργείων και των κατασκευαστών το α’ εξάμηνο του έτους είναι και η χειρότερη εδώ και πάνω από μία δεκαετία.

Η μείωση της κερδοφορίας ιδιαίτερα των κατασκευαστών αλουμινίου αποτελεί αποτέλεσμα του αυξημένου ανταγωνισμού, ή ακόμα και του «πολέμου τιμών» σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως τόνισε και ο αναλυτής της Guotai Junan Futures Co., Γουάνγκ Ρονγκ.

Παράλληλα, τα αποθέματα χαλκού και αλουμινίου έχουν μειωθεί, με τα επίπεδα του πρώτου να κυμαίνονται σε κρίσιμα χαμηλά επίπεδα, σύμφωνα με την Goldman Sachs.